Απολογισμός 2025: Υπάρχει μέλλον για το σκουός στην Ελλάδα;

Καθώς το 2025 μας αποχαιρετά, η ελληνική κοινότητα της τοιχοσφαίρισης βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Η χρονιά που πέρασε άφησε πίσω της μια γλυκόπικρη γεύση, ένα μείγμα ελπίδας από τη μία και βαθιάς ανησυχίας από την άλλη. Είναι η στιγμή να κοιτάξουμε κατάματα την πραγματικότητα, να ζυγίσουμε τα θετικά βήματα που έγιναν, αλλά και να αναλύσουμε τις παθογένειες που κρατούν το άθλημα καθηλωμένο, προτείνοντας παράλληλα τον μοναδικό δρόμο που μπορεί να οδηγήσει στην πραγματική ανάπτυξη.

Ξεκινώντας από τη φωτεινή πλευρά του λόφου, η χρονιά, στο ξεκίνημα της τον Ιανουάριο, χαρακτηρίστηκε από μια νέα πνοή στα διοικητικά, με την αλλαγή σκυτάλης στη διοίκηση της ΕΦΟΑ και τη σύσταση νέας επιτροπής σκουός, γεγονός που καλλιέργησε υψηλές προσδοκίες. Έπειτα από τη «σιωπή» της πανδημίας και την αδράνεια της τελευταίας διετίας, τα ανοιχτά πρωταθλήματα επέστρεψαν. Διοργανώθηκαν επτά τουρνουά από τους συλλόγους, τα οποία, παρά τις μειωμένες συμμετοχές ως απότοκο της μακράς απραξίας, ολοκληρώθηκαν όλα βάσει σχεδιασμού χωρίς καμία ακύρωση. Το πλέον ιστορικό επίτευγμα της χρονιάς, ωστόσο, ήταν η ολοκλήρωση της σχολής προπονητών. Ένα πάγιο και διαχρονικό αίτημα τριάντα ετών ικανοποιήθηκε, εκπαιδεύοντας και παραδίδοντας στο άθλημα τους πρώτους έντεκα προπονητές με επίσημη άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. Παράλληλα, οι Εθνικές μας ομάδες για άλλη μια χρονιά έδωσαν το «παρών» στις διεθνείς διοργανώσεις, με τους άνδρες και τις γυναίκες να συμμετέχουν στους Πανευρωπαϊκούς και Βαλκανικούς, και τις κατηγορίες Κ15 και Κ17 στα αντίστοιχα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα. Στα θετικά πιστώνεται και η κοινή προετοιμασία της πλειοψηφίας των αθλητών της Εθνικής ανδρών και γυναικών για έναν μήνα πριν τους αγώνες. Την ίδια στιγμή, η ιδιωτική πρωτοβουλία κράτησε τη φλόγα αναμμένη με τα εγκαίνια τριών νέων γηπέδων στην Πάτρα, αν και η χαρά μετριάστηκε από το κλείσιμο ιστορικών γηπέδων στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας και στο Olympiko στα Χανιά.

Ωστόσο, η εικόνα αυτή δεν αρκεί για να κρύψει τις σκιές που βαραίνουν το ελληνικό σκουός. Το γεγονός ότι το τελευταίο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα διεξήχθη τον Μάρτιο του 2023 είναι αποκαρδιωτικό. Ούτε φέτος διοργανώθηκε ο ύψιστος θεσμός του αθλήματος. Ανατρέχοντας στην ιστορία από το 1947, διαπιστώνουμε πως η μη διεξαγωγή του πρωταθλήματος είναι ένα σπάνιο φαινόμενο που έχει συμβεί μόλις τέσσερις φορές: το 1952, το 1953, το 2014 και το 2020 λόγω Covid. Τα στατιστικά είναι αμείλικτα: τα τελευταία δώδεκα χρόνια έχουν πραγματοποιηθεί μόλις οκτώ Πανελλήνια Πρωταθλήματα. Επιπλέον, καθ’ όλη τη διάρκεια του 2025 δεν εκδόθηκε καμία επίσημη βαθμολογία, αντίθετα από αυτά που πρόσταζε ο Αγωνιστικός Σχεδιασμός, πλήττοντας την αξιοπιστία των τουρνουά και το ενδιαφέρον του κόσμου. Η επικοινωνία περιορίστηκε σε προφορικές δεσμεύσεις από επίσημα χείλη που ουδέποτε υλοποιήθηκαν, χωρίς καμία γραπτή ανακοίνωση για τα τεκταινόμενα.

Η απουσία στρατηγικής ήταν εμφανής και στις υποδομές. Η Εθνική ομάδα Κ19 δεν συμμετείχε στους φετινούς Πανευρωπαϊκούς, ενώ η κατηγορία αυτή δεν διεξήχθη σε κανένα από τα επτά ελληνικά τουρνουά. Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η συρρίκνωση των ενεργών σωματείων με Ειδική Αθλητική Αναγνώριση. Παρά την ύπαρξη πλέον πιστοποιημένων προπονητών, τα σωματεία με ειδική αθλητική αναγνώριση μειώθηκαν από οκτώ σε μόλις δύο (τον ΟΤ Πειραιά και τον Πατραϊκό ΟΤ). Η μη προκήρυξη Πανελληνίου Πρωταθλήματος λειτούργησε ανασταλτικά, καθώς τα σωματεία δεν πιέστηκαν να προσλάβουν προπονητές και να αποκτήσουν αναγνώριση, αφού μπορούσαν να συμμετέχουν στα ανοιχτά τουρνουά χωρίς αυτήν. Τα τρία σωματεία που προέρχονται από τον χώρο της αντισφαίρισης δεν βρίσκονται πλέον στο μητρώο του «e-kouros» ως ενεργά σωματεία σκουός με ειδική αθλητική αναγνώριση για το άθλημα της τοιχοσφαίρισης.

Σε επίπεδο εθνικών ομάδων, η έλλειψη Αγωνιστικού Σχεδιασμού για επιλογή στις Εθνικές οδήγησε σε διαδικασίες «τελευταίας στιγμής», αποκλείοντας λόγω ολιγοήμερης ανακοίνωσης αθλητές του εξωτερικού και προκαλώντας ενστάσεις και αποχωρήσεις, με χαρακτηριστικότερη αυτή του Πρωταθλητή Ελλάδας στους άνδρες. Ταυτόχρονα, συνεχίστηκε η δυσάρεστη παράδοση της αυτοχρηματοδότησης: οι αθλητές των Εθνικών ομάδων Κ15 και Κ17 κλήθηκαν να καταβάλουν οι ίδιοι τα έξοδα συμμετοχής τους για τους Πανευρωπαϊκούς, όπως ακριβώς συνέβη και με τους αθλητές των Εθνικών Ανδρών και Γυναικών για τη συμμετοχή τους στους Βαλκανικούς Αγώνες. Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε η κάλυψη των εξόδων για το Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ανδρών και Γυναικών, όμως η γενικότερη αδικία του να πληρώνεις από την τσέπη σου για να εκπροσωπήσεις τη χώρα σου διαιωνίζεται από το 2015 όσο αφορά τις κατηγορίες juniors επιβαρύνοντας τελικά τους γονείς. Δεν συμμετείχαμε επίσης σε κανένα Παγκόσμιο Πρωτάθλημα καμίας κατηγορίας.

Μάλιστα, παρά την ύπαρξη πλέον πιστοποιημένων προπονητών, οι αποστολές ανδρών και γυναικών ταξίδεψαν για άλλη μια φορά ουσιαστικά χωρίς τεχνική ηγεσία. Πρέπει να γίνει αντιληπτό το αυτονόητο: μια Εθνική Ομάδα απαιτεί την αποκλειστική καθοδήγηση Ομοσπονδιακού Τεχνικού και όχι λύσεις ανάγκης τύπου «παίκτη-προπονητή». Οι ρόλοι αυτοί είναι εξ ορισμού διακριτοί και ασυμβίβαστοι. Δεν νοείται ο αθλητής που αγωνίζεται να φέρει ταυτόχρονα την ευθύνη της τεχνικής ηγεσίας, μια πρακτική που δεν απαντάται πουθενά αλλού στο σύγχρονο διεθνές στερέωμα.

Η απουσία οργανωμένης προπόνησης σε όλη την διάρκεια του χρόνου για τους επίλεκτους αθλητές και αθλήτριες και η έλλειψη συμμετοχής  τους σε διεθνή τουρνουά έχουν ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση της Ελλάδας από την παγκόσμια κατάταξη την τελευταία δεκαετία. Σε πλήρη αντίθεση με τις δεκαετίες του ’90 και του ’00, όπου είχαμε τρεις αθλητές και δύο αθλήτριες στο top 100, σήμερα αγνοούμε ακόμη και τους ταλαντούχους Έλληνες της διασποράς που διαπρέπουν στο εξωτερικό. Ενώ το άθλημα είναι πλέον Ολυμπιακό, δεν υπήρξε καμία κινητικότητα για δημιουργία δημόσιων γηπέδων, εύρεση χορηγών ή συνεργασία με την ΕΟΕ για την προετοιμασία ενόψει της Ολυμπιάδας του Λος Άντζελες το 2028. Παράλληλα, συνεχίζουμε να μην έχουμε εκπαίδευση και πιστοποίηση διαιτητών και Επιδιαιτητών, ενώ η Ελλάδα έχει πάψει να φιλοξενεί διεθνείς διοργανώσεις. Είναι θλιβερό αν αναλογιστούμε ότι στο πρόσφατο παρελθόν φιλοξενούσαμε PSA επαγγελματικά τουρνουά, ενώ αλησμόνητο παραμένει το ιστορικό “Greek Squash Open” που διοργάνωνε για δεκαετίες ο ΟΑΑ. Ένας θεσμός που έφερνε την αφρόκρεμα του παγκόσμιου σκουός στη χώρα μας και πλέον αποτελεί μια μακρινή ανάμνηση.

Πέρα από το αγωνιστικό σκέλος, υπάρχει ελλιπής πληροφόρηση και ως προς τα οικονομικά δεδομένα. Το σκουός δεν φαίνεται να διαθέτει κάποιον ετήσιο, σταθερό και ανακοινώσιμο προϋπολογισμό. Η μόνη ουσιαστική δαπάνη που καλύπτεται διαχρονικά αφορά τα έξοδα αποστολής των Εθνικών ομάδων ετησίως στους Πανευρωπαϊκούς Αγώνες. Εδώ όμως προκύπτει το εύλογο ερώτημα: εφόσον, σύμφωνα με τη ΓΓΑ, τα έξοδα των εθνικών αποστολών καλύπτονται πλέον από τους πόρους της φορολογίας του Στοιχήματος (ως πλεονάζοντα κονδύλια), πού καταλήγει η τακτική κρατική επιχορήγηση που αναλογεί στο άθλημά μας; Δεν υπάρχει κανένας δημοσιευμένος απολογισμός που να δείχνει πόσα χρήματα επενδύονται τελικά για την ανάπτυξη του ελληνικού σκουός.

Είναι δύσκολο να πείσεις κάποιον να προχωρήσει στη δημιουργία σωματείου. Το σκουός, “φιλοξενούμενο” σε μια ομοσπονδία όπου κυριαρχεί το τένις, δεν έχει ούτε ουσιαστική φωνή ούτε ψήφο. Η πραγματικότητα των τελευταίων εκλογών της Ομοσπονδίας (Δεκέμβριος 2024) είναι αποκαλυπτική: κανένα αμιγές σωματείο σκουός δεν είχε δικαίωμα ψήφου. Οι μόνοι που ψήφισαν -θεωρητικά και για το άθλημά μας- ήταν τρία σωματεία τένις που διαθέτουν το σκουός στο καταστατικό τους, με κριτήρια όμως αμιγώς τενιστικά.

Επιπλέον, βιώνουμε μια πρωτοφανή δημοκρατική ανορθογραφία: είμαστε το μοναδικό άθλημα που ουσιαστικά δεν έχει εκλογές. Ακόμη και η ίδια η Επιτροπή Σκουός δεν προκύπτει από εκλογική διαδικασία από τα σωματεία τοιχοσφαίρισης, αλλά ορίζεται απευθείας από την εκάστοτε διοίκηση του τένις και απαρτίζεται, κατά κανόνα, από ανθρώπους του τένις. Αυτό δημιουργεί ένα φαύλο καθεστώς έλλειψης λογοδοσίας. Αν κάποιος διοικούντας δεν παράγει έργο ή αποτύχει στους στόχους του, δεν υπάρχει ο θεσμικός τρόπος να αντικατασταθεί μέσω της επόμενης εκλογικής διαδικασίας, πολύ απλά διότι για το σκουός δεν υπάρχουν κάλπες. Η τύχη του αθλήματος εξαρτάται από διορισμούς και όχι από την ψήφο των ανθρώπων που το υπηρετούν.

Η Ελλάδα αποτελεί μια θλιβερή παγκόσμια πρωτοτυπία. Είμαστε πλέον η μοναδική χώρα στον κόσμο όπου το σκουός δεν έχει τη δική του ανεξάρτητη Ομοσπονδία. Και ας μην γελιόμαστε, αυτό δεν είναι προνόμιο μόνο των αθλητικά “προηγμένων” χωρών όπως η Αγγλία, η Γαλλία, η Αίγυπτος, η Κίνα ή οι ΗΠΑ. Είναι ο παγκόσμιος κανόνας. Ακόμα και οι γειτονικές μας χώρες στα Βαλκάνια (Ρουμανία, Βουλγαρία, Σερβία, Κροατία), καθώς και η Κύπρος, έχουν τις δικές τους αυτόνομες ομοσπονδίες που αναπτύσσουν το άθλημα. Αντίθετα, στην Ελλάδα συνεχίζουμε να πρωτοτυπούμε αρνητικά. Το μοναδικό άλλο Ολυμπιακό άθλημα που δεν διαθέτει δική του επίσημη ανεξάρτητη ομοσπονδία στη χώρα μας είναι το Surfing (το οποίο υπάγεται στο Κάνοε-Καγιάκ). Ακόμα όμως και αυτό εκπροσωπείται μέσω της Πανελλήνιας Ένωσης Όρθιας Σανιδοκωπηλασίας και Κυματολίσθησης (HSSA) που έχει την επίσημη εκπροσώπηση της Διεθνούς Ομοσπονδίας Surfing (ISA) για όλη την Ελληνική επικράτεια κατ’ αποκλειστικότητα. Ωστόσο, για το Surfing αυτό δικαιολογείται εν μέρει, καθώς πρόκειται για ένα νέο άθλημα. Το σκουός, όμως, με δεκαετίες ιστορίας και Ολυμπιακή πλέον υπόσταση, δεν έχει καμία δικαιολογία να παραμένει δέσμιο και να μην ακολουθεί το παγκόσμιο πρότυπο λειτουργίας.

Πρέπει να είμαστε ειλικρινείς και με την ανθρωπογεωγραφία του χώρου. Η εισροή παραγόντων και αθλητών από το τένις την τελευταία δεκαετία έδωσε μια πρόσκαιρη ώθηση και γέμισε τα ταμπλό των τζούνιορ. Όμως, όπως αποδείχθηκε, για τους περισσότερους το σκουός ήταν και είναι ένας σταθμός και όχι ο προορισμός. Οι αθλητές αυτοί εγκαταλείπουν λόγω σπουδών, ξαναγυρίζουν στο lifestyle τένις, μετακινούνται στο padel ή ασχολούνται με κάτι άλλο, καθώς το σκουός δεν ήταν ποτέ μέσα στις προτεραιότητες τους. Το ίδιο και οι παράγοντες, ιδίως όταν ολοκληρώνεται το οικογενειακό ενδιαφέρον. Αντίθετα, οι “παραδοσιακοί” σκουοσίστες, αυτοί που μεγάλωσαν μέσα στο γήπεδο, παραμένουν πιστοί στις επάλξεις, αλλά βρίσκονται ναρκωμένοι σε ένα σύστημα που δίνοντας τους μικρές επιβραβεύσεις ουσιαστικά δεν τους επιτρέπει να αναπτυχθούν.

Η λύση για το μέλλον είναι μονόδρομος και απαιτεί γενναίες αποφάσεις. Το σκουός χρειάζεται όραμα, χρειάζεται το δικό του σπίτι. Η τεχνογνωσία, οι δομές και η εμπειρία των ανθρώπων του τένις είναι πολύτιμη, αλλά πρέπει να διοχετευθεί στη σωστή κατεύθυνση: τη δημιουργία μιας Ανεξάρτητης Ομοσπονδίας Τοιχοσφαίρισης. Οφείλουμε ένα μεγάλο “ευχαριστώ” στην υπάρχουσα Ομοσπονδία που κράτησε το άθλημα ζωντανό όλα αυτά τα χρόνια, αποτρέποντας την πλήρη ανυποληψία. Ωστόσο, ήρθε η ώρα να ακολουθήσουμε τα ιστορικά και σύγχρονα παραδείγματα που δείχνουν τον δρόμο. Ας θυμηθούμε ότι ο ΣΕΓΑΣ υπήρξε η “μητέρα” σχεδόν όλων των αθλημάτων στην Ελλάδα. Το Μπάσκετ, το Βόλεϊ, η Κολύμβηση, η Άρση Βαρών, όπως και η ίδια η Αντισφαίριση μέχρι το 1938, όλα ξεκίνησαν κάτω από την ομπρέλα του. Όμως δεν χρειάζεται να πάμε τόσο πίσω. Ακόμα και την τελευταία δεκαετία, βλέπουμε μικρότερα αθλήματα, όπως το Τσιρλίντινγκ (Cheerleading) ή το Μουάι Τάι (Muay Thai), που μόλις απέκτησαν τη δική τους ανεξάρτητη ομοσπονδία, εκτινάχθηκαν σε ανάπτυξη και μαζικότητα. Η ιστορία διδάσκει ότι μόνο μέσα από την ανεξαρτησία έρχεται η γιγάντωση, τα Ολυμπιακά μετάλλια και οι διεθνείς θρίαμβοι. Καλούμε λοιπόν όλες τις δυνάμεις του αθλήματος, παλιούς και νέους, να ενωθούν με κοινό σκοπό. Ζητάμε από την Ομοσπονδία να μας συνδράμει με την εμπειρία της σε αυτό το μεταβατικό στάδιο, ώστε το σκουός, με το βλέμμα στραμμένο στο 2028, να αποκτήσει τη δική του στέγη και να διεκδικήσει το μέλλον που του αξίζει στην Ελλάδα. Υπάρχει ελπίδα, αρκεί να τολμήσουμε το αυτονόητο.