Μια νέα σειρά άρθρων στο Squash.gr: Κοιτάζουμε το παρελθόν, διορθώνουμε το παρόν, σχεδιάζουμε το μέλλον
Μετά από μια μακρά περίοδο σιωπής και στασιμότητας, ήρθε η ώρα να ανοίξουμε τα χαρτιά μας. Ξεκινάμε σήμερα στο squash.gr μια νέα, δυναμική σειρά άρθρων και παρεμβάσεων, με σκοπό να καταπιαστούμε ανοιχτά με τα φλέγοντα θέματα και τα βαθύτερα προβλήματα που ταλανίζουν την ελληνική τοιχοσφαίριση τα τελευταία χρόνια.
Μέσα από αυτή τη σειρά, δεν θα διστάσουμε να θίξουμε κακώς κείμενα, να αναδείξουμε τι γινόταν παραδοσιακά και σωστά στο άθλημα για δεκαετίες, αλλά και να καταθέσουμε συγκεκριμένες, ρεαλιστικές προτάσεις για το τι θα μπορούσαμε να κάνουμε πολύ καλύτερα από εδώ και στο εξής. Παράλληλα, στόχος μας είναι να ενημερωθούν όλοι οι νεότεροι —αθλητές, προπονητές και φίλοι του σπορ— για την πλούσια και ένδοξη ιστορία του σκουός στην Ελλάδα, η οποία δυστυχώς τείνει να ξεχαστεί.
Το σκουός είναι πλέον Ολυμπιακό άθλημα και η εσωστρέφεια δεν του αξίζει. Ξεκινάμε, λοιπόν, τοποθετώντας στο μικροσκόπιο το πιο ιερό κομμάτι κάθε αθλήματος: την Εθνική μας Ομάδα.
Εθνική Ομάδα Σκουός: Μια ιστορία 40 Ετών, τα κύπελλα, οι μεγάλες διακρίσεις και οι προκλήσεις του σήμερα
Η Εθνική ομάδα ανδρών συμμετείχε στους πρώτους Πανευρωπαϊκούς αγώνες το 1973 στο Εδιμβούργο της Σκωτίας. Έκτοτε, δίνει ανελλιπώς το παρών με εξαίρεση τρεις μόλις φορές. Μιλάμε για μια ιστορία 40 χρόνων γεμάτη επιτυχημένες εμφανίσεις, υπερβάσεις και διακρίσεις αλλά και Ευρωπαικά και Βαλκανικά κύπελλα. Όταν οι Πανευρωπαϊκοί αγώνες ήταν ενοποιημένοι, δηλαδή όλες οι χώρες σε μια κατηγορία, η Εθνική Ελλάδας πλασαριζόταν σταθερά ανάμεσα στη 16η και τη 20η θέση. Η καλύτερη θέση που έχουμε κατακτήσει ποτέ είναι η 11η, ωστόσο η μεγαλύτερη επιτυχία —τηρουμένων των αναλογιών και του σκληρού ανταγωνισμού της εποχής— ήταν η κατάκτηση της 16ης θέσης το 2000 από τη δική μας “dream team”. Ήταν ίσως η καλύτερη Εθνική όλων των εποχών, αποτελούμενη από τους Paul Gregory (ομογενή από την Αγγλία και Νο 11 στον κόσμο), Fabian Καλαϊτζή (ομογενή από το Βέλγιο και Νο 85 κόσμου), Πέτρο Τζαμαλούκα (Νο 104 κόσμου), Πάνα Βασιλείου (Έλληνας της Σουηδίας) και Νίκο Μουστρούφη. Φανταστείτε όλους αυτούς τους παίκτες, νεότερους, να συνυπάρχουν σε μία μόνο ομάδα!
Αλλά και οι παλαιότερες ομάδες υπήρξαν εξαιρετικά επιτυχημένες. Είχαν να επιδείξουν μεγάλα πλασαρίσματα και ιστορικές νίκες απέναντι σε σημερινά μεγαθήρια όπως η Γαλλία και η Ιταλία. Ακόμα και οι ήττες τους κρίνονταν στις λεπτομέρειες, όπως απέναντι στην Πρωταθλήτρια Ευρώπης Σουηδία του Fredrik Johnson ή τη Φινλανδία των Sami Elopuro (Νο 7 στον κόσμο), Juha Ramolin (Πρωταθλητή κόσμου εφήβων) και Penti Pekkanen.
Οι πιο πρόσφατες ομάδες μας συνέχισαν αυτή την επιτυχημένη παράδοση. Κατάφερναν πλασαρίσματα σχεδόν στη μέση της τελικής κατάταξης κάθε χρονιάς, αφήνοντας πίσω τους πολυπληθέστερες χώρες με εκατοντάδες γήπεδα, οι οποίες κατέβαιναν με προπονητές, μασέρ και άλλους φροντιστές, την ώρα που εμείς παλεύαμε με πενιχρά μέσα.
Οι παίκτες – θρύλοι
Μέσα σε αυτή τη μακρά διαδρομή ξεπήδησαν παίκτες-θρύλοι. Ο Στρατής Δημητριάδης, ένας μοναδικός παίκτης που ακόμα και σήμερα χτυπάει τις μπαλιές του στο Holmes. Ο Γιώργος Μπαρλέτης, που ως παίκτης και μετέπειτα ως αρχηγός αποτέλεσε τον συνδετικό κρίκο για τη συνέχεια της ομάδας. Στα μετέπειτα χρόνια έλαμψε ο χαρισματικός Ελευθέριος Γαβαλάς, ένα μεγάλο ταλέντο και ψυχή της ομάδας, πλαισιωμένος από εξαιρετικούς παίκτες όπως οι Νίκος Κουρεμένος, Παύλος Παυλίδης και Περικλής Νομικός.
Στο τέλος εκείνης της γενιάς εμφανίστηκαν δύο ακόμα θρύλοι: ο Πάνας Βασιλείου, που ήρθε από τη Σουηδία και στους Πανευρωπαϊκούς του 1980 κέρδισε το βραβείο Fair Play και του πιο ανερχόμενου παίκτη-έκπληξη, και ο Νίκος Μουστρούφης. Ένας πραγματικός μαχητής που, επιστρέφοντας από τις σπουδές του στο Λονδίνο, άφησε το στίγμα του και το ταλέντο του το θαυμάζουμε ακόμα και σήμερα σε εγχώρια τουρνουά. Η ομάδα εκείνης της εποχής (Γαβαλάς-Βασιλείου-Μουστρούφης-Κουρεμένος-Νομικός-Παυλίδης) μας έφερε στην 11η θέση της Ευρώπης. Εκείνη την περίοδο έπαιξε για λίγα χρόνια και το τεράστιο ταλέντο εξ Αιγύπτου, ο νεαρός τότε Omar Afifi.
Οι παλαιότεροι σταδιακά αποχώρησαν, ενώ οι Βασιλείου και Μουστρούφης παρέμειναν. Το 1994, δύο χρόνια πριν τον ερχομό των ομογενών, κάνει την παρθενική του εμφάνιση ο 19χρονος τότε Πέτρος Τζαμαλούκας. Ήδη 3ος στο Πανελλήνιο ανδρών, έχοντας κερδίσει διαδοχικά όλα τα στελέχη της προηγούμενης γενιάς. Μαζί του μπήκαν ο 17χρονος Πέτρος Γαβαλάς (γιος του Λευτέρη), ο Πάνος Μπιάζος και ο Παναγιώτης Μαλάμης (οι δύο τελευταίοι έπαιξαν για δύο χρόνια).
Στη συνέχεια, τη φανέλα με το εθνόσημο ζήτησαν να φορέσουν δύο ομογενείς επαγγελματίες: το 1995 ο Φαμπιάν Καλαϊτζής (που ήρθε από το Βέλγιο και γρήγορα μπήκε στο Top 80) και το 1997 ο Paul Gregory. Ο Gregory ήταν τότε Νο 11 στον κόσμο, Πρωταθλητής Αγγλίας και Πρωταθλητής Ευρώπης με την Αγγλία — σίγουρα ο μεγαλύτερος παίκτης που αγωνίστηκε ποτέ με τα ελληνικά χρώματα. Το 1995 μάλιστα ο Τζαμαλούκας έγινε ο μοναδικός Έλληνας που αγωνίστηκε στο PSA World Open και η Εθνική Ομάδα των ανδρών αγωνίστηκε και για τελευταία φορά στο Παγκόσμιο Ομαδικό Πρωτάθλημα 1995 στο Κάιρο με Ομάρ Αφίφι, Νίκο Μουστρούφη, Φαμπιάν Καλαιτζή και Πέτρο Τζαμαλούκα. Αυτή η ομάδα (Gregory-Καλαϊτζής-Τζαμαλούκας-Μουστρούφης-Βασιλείου) μεγαλούργησε για περίπου μια οκταετία, πλασαριζόταν σταθερά στις πρώτες 20 θέσεις. Στην πορεία, ο Πέτρος Τζαμαλούκας αναρριχήθηκε στο Νο 3 κερδίζοντας τους δύο βετεράνους θρύλους.
Στα νεότερα χρόνια, οι Βασιλείου και Μουστρούφης αποχώρησαν σιγά-σιγά (αν και δήλωναν παρών ως Νο 4 ή 5 όποτε η ομάδα τους είχε ανάγκη). Ο Gregory έπαιξε τα πρώτα χρόνια και έπειτα, την τελευταία δεκαετία, την καθοδήγηση ανέλαβαν οι “κολώνες” πλέον Καλαϊτζής και Τζαμαλούκας, μαζί με ελπιδοφόρους νέους όπως οι Ανδρέας Χιωτάκης, Κώστας Καργιώτης και Declan Christie. Αυτή η φουρνιά κατέκτησε το πρώτο τρόπαιο στην ιστορία της Ελλάδας (Χρυσό στους Βαλκανικούς του 2010 στο Βελιγράδι) και το 2011 αργυρό μετάλλιο στους Πανευρωπαϊκούς Αγώνες Γ κατηγορίας, πετυχαίνοντας την άνοδο στη Β’ κατηγορία Ευρώπης, φτάνοντας στον τελικό της Βουδαπέστης κόντρα στην Πορτογαλία, το μοναδικό Πανευρωπαϊκό μετάλλιο έως σήμερα. Να σημειώσουμε ότι το 2011 ήταν η πρώτη χρονιά που οι χώρες χωρίστηκαν σε τρείς κατηγορίες, η Α ήταν οι πρώτες 8 χώρες, η Β κατηγορία οι επόμενες 12 και η Γ κατηγορία από την 21η χώρα και πέρα.
Ο Πέτρος Τζαμαλούκας παρέμεινε στις επάλξεις μέχρι και το 2025, συμπληρώνοντας το σπάνιο ρεκόρ των 30 συνεχόμενων χρόνων παρουσίας στην Εθνική! Τότε ανακοίνωσε ότι ο κύκλος του με το εθνόσημο ολοκληρώθηκε, παραδίδοντας τη σκυτάλη στη νέα γενιά. Έπειτα, βασικοί πυλώνες της Εθνικής ομάδας είναι ο Λεωνίδας Μπενόβιας και ο Κωνσταντίνος Καργιώτης.
Παράλληλα με τους άνδρες, τη δική τους ξεχωριστή ιστορία έγραψαν και οι Εθνικές ομάδες γυναικών. Με μπροστάρηδες αθλήτριες-ορόσημα όπως η Άννυ Κωνσταντινίδου, η Ειρήνη Εφραιμίδη, η Ελίζα Καργιώτη, η Ζέτα Τζαμαλούκα και η Νικόλ Ποζίδη , η γυναικεία εκπροσώπηση έδωσε σκληρές μάχες στα ευρωπαϊκά κορτ, κρατώντας ζωντανή τη φλόγα του γυναικείου σκουός στην Ελλάδα και παραδίδοντας πλέον τη σκυτάλη σε νέες αθλήτριες. Η Εθνική ομάδα γυναικών κατέκτησε δύο χρυσά (ρεπορτάζ 2010 και ρεπορτάζ 2011) και ένα αργυρό μετάλλιο στους Βαλκανικούς αγώνες!
Οι άνθρωποι πίσω από την αλυσίδα
Εκτός των παικτών, υπήρχαν οι αφανείς ήρωες που δούλευαν για την εξασφάλιση πόρων από την ΕΦΟΑ. Ο Κωνσταντίνος Βρανάς ως αρχηγός παλαιότερα και έπειτα ο Γιώργος Μπαρλέτης, ο οποίος κρατούσε την αλυσίδα ζωντανή βάζοντας ακόμα και δανεικά από την τσέπη του αν τα χρήματα καθυστερούσαν. Σπουδαία ήταν η βοήθεια του συγχωρεμένου Μοχάμεντ Σαμανούντι, που με αστείρευτο πάθος ενθάρρυνε και συμβούλευε την ομάδα, αλλά και του Νίκου Κουρεμένου που ακολούθησε πολλές φορές ως αρχηγός αποστολής.
Η υποχρέωση κάθε ομάδας να στέλνει διαιτητή μας χάρισε εκπαιδευμένους ρέφερι για τα δικά μας τουρνουά: Μιλτιάδης Μενεξελής, Ορέστης Παναγιωτόπουλος, Μάρκος Πασαλιάδης, Παύλος Παυλίδης και πολλοί άλλοι. Κάποιες φορές ρόλο διαιτητή αναλάμβανε ένας νεαρός παίκτης της αποστολής για να αποκτήσει εμπειρίες.
Υπήρχε μια αλυσίδα ανθρώπων που θυσίαζαν τον προσωπικό τους χρόνο. Άφηναν τις οικογένειες τους το Πάσχα (συχνά η περίοδος των αγώνων), αγωνίζονταν με δική τους ευθύνη χωρίς ασφάλιση και ρίσκαραν τραυματισμούς, με μοναδικό στόχο να κρατήσουν ψηλά τη σημαία. Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τη δεύτερη ρήξη αχίλλειου του Νίκου Μουστρούφη στο Άμστερνταμ, στο ματς-μπολ υπέρ μας κόντρα στην Αυστρία. Υπήρξαν φορές που οι ίδιοι οι παίκτες πλήρωσαν από την τσέπη τους τα έξοδα συμμετοχής.
Το πιο σημαντικό; Αν δεν υπήρχε το όραμα της Εθνικής, πολλοί νεότεροι δεν θα έπαιρναν το άθλημα στα σοβαρά. Εκτός από τα τρία τελευταία χρόνια, πιο παλιά είχαμε ελάχιστα τουρνουά, και το εθνόσημο ήταν το απόλυτο κίνητρο. Εξάλλου, οι Βασιλείου, Gregory και Καλαϊτζής ήρθαν στη χώρα αποκλειστικά για να αγωνιστούν στην Εθνική. Είναι κρίμα που αυτή η Ελλάδα έπαιξε μόνο σε ένα Παγκόσμιο (Κάιρο, 1995), καθώς εκεί η σύνθεση απαιτούσε τρεις παίκτες (αντί για τέσσερις) και είχαμε τεράστιο πλεονέκτημα με Ομάρ Αφίφι, Νίκο Μουστρούφη, Φαμπιάν Καλαιτζή και Πέτρο Τζαμαλούκα.
Η αλλαγή του συστήματος επιλογής και η σημερινή πτώση
Από το 1973, η επιλογή ήταν αξιοκρατική και λογική: οι κορυφαίοι Έλληνες που διέμεναν στην Ελλάδα και οι ομογενείς του εξωτερικού έπαιρναν 2 έως 4 θέσεις απευθείας πρόκρισης. Οι υπόλοιπες 1-3 θέσεις συμπληρώνονταν από αγώνες κατάταξης των εγχώριων παικτών (ποτέ πάνω από 6, όλοι με όλους). Όταν δημιουργήθηκε η βαθμολογία της ΕΦΟΑ, οι πρώτοι 2 αλλά και ο Πρωταθλητής Ελλάδας προκρίνονταν αυτόματα. Εάν υπήρχε και κάποιος διακεκριμένος αθλητής που έμενε στο εξωτερικό και δεν τα κατάφερνε να έρθει στο Πανελλήνιο, προστίθετο στις απευθείας προκρίσεις και οι υπόλοιποι έπαιζαν μπαράζ. Έτσι κατέβαινε πάντα η καλύτερη δυνατή ομάδα.
Τα τελευταία δύο χρόνια, το σύστημα άλλαξε. Δεν υπάρχουν απευθείας προκρίσεις. Το αποτέλεσμα; Οι Έλληνες πρωταθλητές μας που σπουδάζουν ή μένουν στο εξωτερικό (ακόμα και σε άλλες ηπείρους) πρέπει να αφήσουν το κολλεγιακό πρωτάθλημα και να έρθουν για αγώνες πρόκρισης για τους οποίους συχνά ενημερώνονται την τελευταία στιγμή μόνο και μόνο για να καλεστούν να επιστρέψουν και να ξανά ταξιδέψουν για την Ευρώπη για το Πανευρωπαϊκό αμέσως λίγο αργότερα.
Επιπλέον, ο προπονητής επιλέγεται πλέον με αμφιλεγόμενα κριτήρια. Παλαιότερα, στον αγωνιστικό σχεδιασμό της ΕΦΟΑ υπήρχε ρητή παράγραφος που όριζε ότι ο αρχηγός αποστολής επιλέγεται βάσει των αποτελεσμάτων του ίδιου σαν προπονητής και των αθλητών του στον σύλλογο του. Ενώ αυτή η παράγραφος ισχύει κανονικά στο τένις (από την ίδια ομοσπονδία), για το σκουός στον αγωνιστικό σχεδιασμό του έχει εξαφανιστεί.
Η Εθνική ομάδα έχει χάσει από το DNA της τη νίκη. Πλέον ικανοποιείται απλώς με την αποφυγή της τελευταίας θέσης, πουλώντας επικοινωνιακά “καλές εμφανίσεις” και “απόκτηση εμπειριών”, χωρίς να γίνεται κανένας αγωνιστικός απολογισμός κατά την επιστροφή.
Πρέπει να γίνει απόλυτα σαφές, ωστόσο, ότι όλοι ανεξαιρέτως οι αθλητές και οι αθλήτριες που παίζουν σήμερα στην Εθνική ομάδα έχουν την παικτική ποιότητα και ταυτόχρονα προσπαθούν πάντα για το καλύτερο. Εν ολίγης τα παιδιά παίζουν καλά. Διαθέτουν με ανιδιοτέλεια τον πολύτιμο χρόνο τους και κοπιάζουν για να αγωνιστούν με το εθνόσημο. Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στη δική τους απόδοση και θέληση, αλλά στο περιβάλλον στο οποίο καλούνται να αποδώσουν. Πρέπει να επιστρέψουμε επειγόντως στο νικηφόρο “mentality” που είχε κάποτε η ομάδα και την οδηγούσε σε επιτυχίες. Για να επιτευχθεί αυτό, απαιτείται ένα ξεκάθαρο πλάνο, αξιοκρατικός σχεδιασμός και, φυσικά, ουσιαστικός απολογισμός και λογοδοσία μετά από κάθε διοργάνωση.
Μια Ομοσπονδία, δύο ταχύτητες: Τι ισχύει σε τένις και Padel;
Είναι να απορεί κανείς πώς γίνεται στην ίδια ακριβώς ομοσπονδία (ΕΦΟΑ) να υπάρχει τέτοια κραυγαλέα διαφοροποίηση και υποβάθμιση του συστήματος επιλογής στο σκουός, τη στιγμή που στα υπόλοιπα αθλήματα της ακολουθούνται οι πλέον επαγγελματικές, διεθνείς και ορθολογικές πρακτικές.
Στο τένις, για παράδειγμα, η στελέχωση των κορυφαίων εθνικών ομάδων (Davis Cup για τους άνδρες και Billie Jean King Cup / Fed Cup για τις γυναίκες) γίνεται με απόλυτα αντικειμενικά και αδιαμφισβήτητα κριτήρια. Οι αθλητές επιλέγονται ουσιασικά από τον εκάστοτε Αρχηγό Αποστολής/ομοσπονδιακό και απευθείας βάσει της επίσημης διεθνούς τους κατάταξης (ATP και WTA ranking). Δεν διανοείται κανείς να αναγκάσει αθλητές της παγκόσμιας ελίτ που αγωνίζονται στα πέρατα της οικουμένης να διακόψουν το επαγγελματικό τους πρόγραμμα και να ταξιδέψουν στην Ελλάδα για εγχώρια μπαράζ. Η ομοσπονδία τούς εντάσσει αυτόματα στην ομάδα, αναγνωρίζοντας την αξία και τη διεθνή τους παρουσία.
Ακόμα και στο Padel, το πιο πρόσφατο άθλημα υπό την ομπρέλα της ΕΦΟΑ, η προσέγγιση είναι άκρως επαγγελματική και προσανατολισμένη στη διεθνή καταξίωση. Η ομοσπονδία δεν αφήνει τίποτα στην τύχη: επιστρατεύει κορυφαίους τεχνικούς εγνωσμένης αξίας, για την τεχνική ηγεσία και προετοιμασία της Εθνικής ομάδας για μεγάλες διοργανώσεις (όπως οι Μεσογειακοί Αγώνες). Αυτός επίσης έχει την ευθύνη της επιλογής των αθλητών και των αθλητριών που θα εκπροσωπήσουν τη χώρα μας στη διοργάνωση, με στόχο την καλύτερη δυνατή αγωνιστική παρουσία της Εθνικής Ομάδας. Εκεί, οι επιλογές των αθλητών και το πλάνο προετοιμασίας καθορίζονται με αυστηρά τεχνοκρατικά κριτήρια, έχοντας ως μοναδικό στόχο τη συγκρότηση της ισχυρότερης δυνατής ομάδας και τη διάκριση στο εξωτερικό.
Αντιθέτως, στο σκουός βλέπουμε να ακολουθείται μια μοναδική, απομονωμένη και οπισθοδρομική πολιτική. Η κατάργηση των απευθείας προκρίσεων για τους διακεκριμένους αθλητές του εξωτερικού και η απουσία ενός σοβαρού, διεθνούς προσανατολισμού υποδηλώνουν μια εσωστρέφεια που πληγώνει το άθλημα.
Με το τρέχον σύστημα επιλογής της Εθνικής, η ομοσπονδία πρακτικά δεν «αναγκάζει» τους Έλληνες αθλητές και τις αθλήτριες να κυνηγήσουν τη συμμετοχή τους σε αγώνες στο εξωτερικό. Όταν από τα κριτήρια απουσιάζει η διεθνής κατάταξη PSA ή τα επίσημα αποτελέσματα εκτός συνόρων (όπως το κολεγιακό πρωτάθλημα των ΗΠΑ ή μικρότερα ευρωπαϊκά τουρνουά), οι αθλητές στερούνται το βασικότερο κίνητρο για να ακολουθήσουν αυτόν τον δρόμο. Δεν έχουν λόγο να μπουν στη δαπανηρή διαδικασία των διεθνών ταξιδιών για να συλλέξουν βαθμούς, αφού τους αρκεί μια εγχώρια πρόκριση.
Αυτό οδηγεί σε έναν επικίνδυνο εγκλωβισμό εντός των τειχών. Οι αθλητές επαναπαύονται στο τοπικό επίπεδο, οι νέες γενιές δεν αποκτούν διεθνή προσανατολισμό και η προσγείωση στα Πανευρωπαϊκά Πρωταθλήματα απέναντι σε απόλυτα ενεργούς διεθνείς παίκτες γίνεται ανώμαλη. Αντί το σύστημα να ωθεί τους παίκτες να ανοίξουν τα φτερά τους στο εξωτερικό για να ανεβάσουν το επίπεδο της Εθνικής, τους καθηλώνει στην εσωστρέφεια.
Προσθέστε σε αυτό ότι δεν διοργανώνονται πλέον στη χώρα μας διεθνείς αγώνες PSA, ούτε φυσικά το ιστορικό Greek Open, ούτε καν το Πανελλήνιο Πρωτάθλημα! Αλλά για αυτό το φλέγον ζήτημα, θα τα πούμε αναλυτικά σε νέο άρθρο.











































